ΛΕΞΙΚΟ ΤΖΑΚΙΟΥ

λεξικο τζακιου

Το Λεξικό των τζακιών

Τζάκι : Ο όρος τζάκι περιγράφει μία ενσωματωμένη σε οικήματα (κτιστή συνήθως) κατασκευή, η οποία έχει ως λειτουργικό της στόχο τη θέρμανση του χώρου μέσω της καύσης. Η καύσιμη ύλη ήταν συνήθως ξύλα, αλλά τα σύγχρονα χρόνια τα τζάκια έχουν συνδεθεί και με εναλλακτικά καύσιμα, όπως το αέριο και η αιθυλική αλκοόλη. Το τζάκι ετυμολογικά θεωρείται πως προέρχεται από την τουρκική λέξη ocak. Ο Ελληνικός όρος που μπορεί να περιγράψει το ίδιο χρηστικό αντικείμενο, που θερμαίνει μέσω καύσης τον χώρο συνήθως της κατοικίας, είναι ο όρος εστία.

Τζάκι Ενεργειακό : Ο όρος ενεργειακό χρησιμοποιείται ατύπως για να περιγράψει ένα τζάκι το οποίο έχει υψηλή απόδοση καύσης, αποδίδει τη θερμότητα με πολλαπλούς τρόπους και όχι μόνο μέσω ακτινοβολίας και ο θάλαμός του μπορεί να κλείσει ερμητικά και με ασφάλεια.

Τζάκι Καλοριφέρ : Τα επονομαζόμενα τζάκια καλοριφέρ είναι στην ουσία ενεργειακά τζάκια, που έχουν τη δυνατότητα για σύνδεση με την κεντρική εγκατάσταση θέρμανσης ενός κτηρίου, παρέχοντας θερμότητα σε όλο το φάσμα των συσκευών και των χώρων που συνδέονται με αυτή.

Τζάκι Pellet : Ο τύπος του τζακιού αυτού καίει αντί για τα συνήθη καυσόξυλα pellets, δηλαδή μικρά συσσωματώματα σε μορφή κυλίνδρου, τα οποία έχουν ως πρώτη ύλη πριονίδι ή υποπροϊόντα ξύλου.

Τζάκι Αερίου : Τα τζάκια αερίου, όπως μαρτυρά και η ονομασία τους, χρησιμοποιούν αντί για ξύλο, φυσικό αέριο ή προπάνιο ως καύσιμη ύλη. Τα σύγχρονα τζάκια αερίου βγαίνουν σε πλήθος διαφορετικών μορφών, όπως συστήματα με φυσικό αέριο με διακοσμητικές απομιμήσεις καυσόξυλων ή ένθετες εστίες άμεσου εξαερισμού.

Τζάκι Βιοαιθανόλης : Τα τζάκια βιοαιθανόλης, είναι τζάκια που δε χρειάζονται καμινάδα για να λειτουργήσουν καθώς το καύσιμό τους είναι μία από τις πιο καθαρές μορφές καύσιμης ύλης που κυκλοφορούν στην αγορά.

εναυση

ΤΖΑΚΙ ή ΣΟΜΠΑ

Είτε σόμπα pellet, είτε ξυλόσομπα, αυτή η μορφή θέρμανσης μπορεί να είναι επίσης αποδοτική και οικονομικά συμφέρουσα αν η επιλογή της σόμπας γίνει με ορθολογισμό και ωριμότητα.

ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΣΟΜΠΕΣ